Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Εσύ...

Δεν ξέρω τι να πω... Οι λέξεις βγαίνουν βεβιασμένα από το κουρασμένο μυαλό μου, η καταχνιά της ψυχής μου έχει σκεπάσει την έμπνευση, το δωμάτιο φαντάζει πλέον άδειο... Η ανεξάρτητη γυναίκα που κάποτε ήμουν, δεν υπάρχει πια: έχει αντικατασταθεί με μιαν νεφελώδης ύπαρξη, ένα φάντασμα, ένα αόριστο συναίσθημα αναισθησίας...

Η σελίδα μου είναι κενή, λευκή όπως η αγνή ποίηση που κάποτε στόλιζε τον λόγο μου. Αλλά δεν υπάρχει πια. Ανησυχώ, ένας μανιασμένος προβληματισμός γεμίζει την ψυχή μου, δεν ειμαι παρα μια στιγμή στο χρονο, ένα πετάρισμα βλεφάρου, ένα όνειρο για έναν τυφλο... Διέσχισα τα δύσκολα μονοπάτια της γνώσης και τώρα δεν υπάρχει γυρισμος.

Χάνομαι μέσα σε πληροφορίες, τεχνοτροπίες, κουλτούρες μιας εποχής που δεν κατανοώ... Πες μου, νιώθεις και συ έτσι; Τα γεγονότα της εποχής έχουν επιδράσει στον εύθραυστο ψυχικό μου κόσμο. Η τεχνολογία με έχει κάνει να νιώθω ασήμαντη, σαν ένα ψίχουλο κάτω από μια τοστιέρα, λίγο πριν το μαζέψει το βετέξ και το ρίξει μέσα σε ένα κάδο με σκουπίδια. Σκουπίδια που δεν πρόλαβαν να υπάρξουν, δεν πρόλαβαν να ζήσουν, δεν είδαν τα χρώματα της αυγής και το πράσινο της θάλασσας...

Αραγες έχει δει κανένας μας πρασινη θάλασσα;

Ο πόνος έχει βγάλει το αίμα απ'τις φλέβες μου, πλέον ζω με δάκρυα να κυλάνε στις μικρές γαλάζιες μου αρτηρίες.

Κοιτάω πίσω μου συνέχεια, φοβάμαι. Ναι! ΦΟΒΑΜΑΙ! Σε φοβάμαι ανθρωπε! Καταριέμαι την ουσία σου, δεν θέλω πια να είμαι μέρος σου, θέλω να φύγεις, να χαθείς... Τα μαύρα κοράκια θέλουν να σε κατασπαράξουν, η ζωή σε πρόδωσε άνθρωπε... Είναι καιρός να ξυπνήσεις απ'το λήθαργο...

Ω! Που είσαι Άνθρωπε; Σε ποια κόλαση έχεις χαθεί; Ποιός δαίμονας σε έχει αλυσοδέσει με καρφιά σε μια ακινησία, σε μια αδυναμία, πως μπορώ να σε λύσω; Πως μπορώ να σε βοηθήσω να βγεις απ'την μιζερη ετούτη πτώση; Ποσο μας έχει μείνει μέχρι να κτυπήσομε τον πάτο της ύπαρξης μας; Το κοράκια μου χαμογελούν. Τρώνε κάτι που κάποτε ισως ήταν ζωντανό... Έχει το πρόσωπό σου...

Δεν στο κρύβω, με λυπεί η μορφή σου... Τόσες άνω τελείες, τόσα αποσιωπητικά, γιατι; Για το τίποτα. Κανείς δεν θα ακούσει τη σπαρακτική σου κραυγή, κανείς δεν θα σε ακούσει όταν φωνάζεις... Καθρέφτη μου...


Γιατί τελικά, εγώ είμαι το νεκρό κουφάρι που απόμεινε....

4 σχόλια:

  1. ακου αυτην την κραυγη απελπισιας που παλευει να βγει απ τα σωθικα σου. ακου το απεγνωσμενο γκαρισμα του αιχμαλωτου σπουργιτιου που θελει να ξεφυγει απο την κλειστει σαπια σπηλια του και να ενωθει επιτελους με τα μορια του αερα!
    ακου...
    ακου...
    και νιωσε τη λυτρωση που υπαρχει στο τελος του χωματοδρομου.
    scream.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Με συγκηνεί το ενδιαφέρον σου. Είμαι περίφανη που μοιράζομαι το διαδυκτιακό ιστολόγιο μου με ένα τόσο λόγιο και συναισθηματικά ώριμο πλάσμα... Μην αφήσεις τον κόσμο να χαλάσει τα ονειρα σου... Σε θαυμάζω σπουδαίε Ανθρωπε. Είσαι ένας φωτεινός σηματοδότης για όλους εμάς τους χαμένους αμνούς του Θεού, αν υπάρχει κάτι τόσο τέλιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  3. μα πες μου, πως οριζεις την πατατα?
    πως μπορει κανεις να κλεινει μια τοσο απροσδιοριστη εννοια μεσα στον ασφυκτικο κλοιο μιας σαπιας λεξης?

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  4. Οι μεταφορές σου είναι εξοπραγματικές.. Σε συγχαίρω για τους παραλληλισμούς σου και τον αξιοθαύμαστο τρόπο που με τόσο απλά αντικείμενα εκφράζεις τόσα μηνύματα..

    Εισαι για μένα ενασ Δάσκαλος.

    ΑπάντησηΔιαγραφή