Καποτε, μια τσιγγανα μου ειπε...
"3 ευρω το τριανταφυλλο κοπελιαααα!"
Δεν την ακουσα.
Σκοτεινοι μηνες περασαν μεχρι που ο μιζερος σαπιος δρομος μου διασταυρωθηκε ξανα με τον φωτεινο δικο της.
Η λεπτεπιλεπτη, μελαψη αυτη υπαρξη, κοιτωντας με βαθια στα ματια με το μυστικιστικο, σοφο βλεμμα που διακρινει τον περηφανο λαο της, εκανε κατι που εμελλε να μεινει βαθια χαραγμενο στην ηδη ασηκωτη απ την οδυνη καρδια μου.
Πηγε να μου καβατζωσει 50 ευρω.
Εγω της ειπα: "Νιωσε την αηδια μεσα σου! Απελευθερωσου!"
Εκεινη παρ ολα αυτα
φτυνοντας μεταξενιο σαλιο στο διαβα της
μου πεταξε τα αγκαθωτα πονεμενα ροδα στην αθωα ιδεαλιστικη μαπα μου
και εφυγε
μαζι με τα 50 ευρω.
Δεν θα την ξεχασω ποτε.....
Ισως το μαθημα που ηθελε να μου διδαξει να ηταν αυτο:
Το ασπρο δεν ειναι μαυρο. Και δε θα γινει ποτε. Ισως μονο μεσα απο το κοσμικο καζανακι που ελεγχει τη μοιρα των ανθρωπων και των οποσουμ.
Δευτέρα 11 Μαΐου 2009
Μια άδεια σελίδα
Ερπετό που ποδοπατήθηκες απο χίλια σύννεφα!
Ο κόσμος ένα ράφι με εσώρουχα μέσα σε ασιμένιες κορνιζες.
Ένα πουλί που ξεπουπουλιάστηκε, η ντροπή.
Εραστές ενός σάπιου καλκιουλάτορ.
Η μουσική της σπουπιδοσακούλας ένα πρωί που δεν ξημέρωσε.
Μια γυμνή αγελάδα που δεν βγάζει γάλα.
Είμαι και εγώ ποιητής τελικά.
Ω! Καϊμένη βλεφαρίδα...
Ο κόσμος ένα ράφι με εσώρουχα μέσα σε ασιμένιες κορνιζες.
Ένα πουλί που ξεπουπουλιάστηκε, η ντροπή.
Εραστές ενός σάπιου καλκιουλάτορ.
Η μουσική της σπουπιδοσακούλας ένα πρωί που δεν ξημέρωσε.
Μια γυμνή αγελάδα που δεν βγάζει γάλα.
Είμαι και εγώ ποιητής τελικά.
Ω! Καϊμένη βλεφαρίδα...
Κυριακή 10 Μαΐου 2009
Καποτε...
Καποτε, γνωρισα τον ερωτα στα θλιμμενα ματια ενος χρυσοψαρου.
Ο ηλιος ελαμπε κοκκινος πανω στα λεια, αισθησιακα του λεπια, και το απαλο αερακι μετεφερε μεσα απο την απειροτητα του συμπαντος στα ορθανοιχτα και παρθενα τοτε αυτια μου υποσχεσεις ασεμνες περι μυστικων σεξουαλικων συναντησεων κατω απ το φεγγαροφως.
Ποσο αθωα μοιαζαν τοτε ολα.... Που να φανταζομουν εγω, ο ανθρωπισκος εκεινης της αγουρης εποχης, οτι ο μικροκοσμος μου, η ουτοπια μου, θα εβρισκε τραγικο τελος μεσα σε μια νυχτα τρελας και εντοσθιων!
Ω! ο σαπιος εκεινος ηχος των ψαροκοκκαλων να αποδομουνται εφιαλτικα αναμεσα στα λερωμενα, ανυποψιαστα δοντια μου!
Το ολοκαινουριο σετ των ασημενιων μαχαιροπηρουνων να τρυπα ασυστολα, με περισση βια και μανια ωσαν θανατικα δοντια σαυρας, την τρυφερη εκεινη σαρκα που καποτε ανηκε στη μια και μοναδικη μου αγαπη!
Το νοημα της ζωης εχει πια χαθει. Σε μια κατασταση που πιοτερο θυμιζει σαπισμενο πτωμα σε προχωρημενη αποδομηση --συνοδευομενη επισης απο την αντιστοιχη μυρωδια-- το αψυχο πλεον σωμα μου κινειται στα λεπτα ορια της πραγματικοτητας και του εφιαλτη.
Ανυπαρξια.
Αυτοκαταστροφη.
Ειναι τελικα η καταρα των ποιητων και των σκεπτομενων να τρυπουν το φλοιο της επιφανειας και να βρισκουν κουραδες.
Ο ηλιος ελαμπε κοκκινος πανω στα λεια, αισθησιακα του λεπια, και το απαλο αερακι μετεφερε μεσα απο την απειροτητα του συμπαντος στα ορθανοιχτα και παρθενα τοτε αυτια μου υποσχεσεις ασεμνες περι μυστικων σεξουαλικων συναντησεων κατω απ το φεγγαροφως.
Ποσο αθωα μοιαζαν τοτε ολα.... Που να φανταζομουν εγω, ο ανθρωπισκος εκεινης της αγουρης εποχης, οτι ο μικροκοσμος μου, η ουτοπια μου, θα εβρισκε τραγικο τελος μεσα σε μια νυχτα τρελας και εντοσθιων!
Ω! ο σαπιος εκεινος ηχος των ψαροκοκκαλων να αποδομουνται εφιαλτικα αναμεσα στα λερωμενα, ανυποψιαστα δοντια μου!
Το ολοκαινουριο σετ των ασημενιων μαχαιροπηρουνων να τρυπα ασυστολα, με περισση βια και μανια ωσαν θανατικα δοντια σαυρας, την τρυφερη εκεινη σαρκα που καποτε ανηκε στη μια και μοναδικη μου αγαπη!
Το νοημα της ζωης εχει πια χαθει. Σε μια κατασταση που πιοτερο θυμιζει σαπισμενο πτωμα σε προχωρημενη αποδομηση --συνοδευομενη επισης απο την αντιστοιχη μυρωδια-- το αψυχο πλεον σωμα μου κινειται στα λεπτα ορια της πραγματικοτητας και του εφιαλτη.
Ανυπαρξια.
Αυτοκαταστροφη.
Ειναι τελικα η καταρα των ποιητων και των σκεπτομενων να τρυπουν το φλοιο της επιφανειας και να βρισκουν κουραδες.
Στη Μοσχα αδερφες μου...

Στις σκοτεινες σπηλιες της συνειδησης μου αντηχει σιγανα μα και επιμονα ωσαν δρυοκολαπτης που ερωτοτροπει με μια συναγριδα, ενας κακεντρεχης ψιθυρος. Δεν τον ακουω.
Ενα ερωτηματικο, μια φλεγομενη απορια, μια συνειδητοποιηση της αθλιοτητας του ανθρωπινου γενους, θυμιζοντας εντονα τη συγκεχυμενη μυρωδια μπαγιατικης φετας που σαπιζει εδω και τριανταπεντε χρονια μεσα στα βαθη του ψυγειου της γιαγιας. Αναπαντητα ερωτηματα που ουτε ο Νιτσε, ουτε η Σιλβια Πλαθ, ουτε ο Κροποτκιν, ουτε ακομα και οι μελωδικοι αλτερνατιβ ηχοι των ψαγμενων συγκροτηματων που ακουω καθισμενος στο καταθλιπτικο μου δωματιο, δεν μπορουν να απαντησουν.
Τι ειναι η κοινωνια?
Πως θα παλαιψουμε τον καπιταλισμο?
Πως οριζουμε την ΤΕΧΝΗ?
Γιατι δεν κανει αντιλαλο η φωνη της παπιας?
Τετοια σκεφτομαι αυτες τις ματαιες ωρες μου, κοιταζοντας τα θλιμενα περιστερια να τρωνε κονσερβες απ τα εφιαλτικα σκουπιδια εξω απ το παραθυρο μου. Ω, ζωη! Η ανησυχη μου υπαρξη σηκωνει τα χερια ψηλα.
Μονο στη Μοσχα μπορεσα καποτε να γευτω τη μυρωδια της αναλατης πατατας.
Εσύ...
Δεν ξέρω τι να πω... Οι λέξεις βγαίνουν βεβιασμένα από το κουρασμένο μυαλό μου, η καταχνιά της ψυχής μου έχει σκεπάσει την έμπνευση, το δωμάτιο φαντάζει πλέον άδειο... Η ανεξάρτητη γυναίκα που κάποτε ήμουν, δεν υπάρχει πια: έχει αντικατασταθεί με μιαν νεφελώδης ύπαρξη, ένα φάντασμα, ένα αόριστο συναίσθημα αναισθησίας...
Η σελίδα μου είναι κενή, λευκή όπως η αγνή ποίηση που κάποτε στόλιζε τον λόγο μου. Αλλά δεν υπάρχει πια. Ανησυχώ, ένας μανιασμένος προβληματισμός γεμίζει την ψυχή μου, δεν ειμαι παρα μια στιγμή στο χρονο, ένα πετάρισμα βλεφάρου, ένα όνειρο για έναν τυφλο... Διέσχισα τα δύσκολα μονοπάτια της γνώσης και τώρα δεν υπάρχει γυρισμος.
Χάνομαι μέσα σε πληροφορίες, τεχνοτροπίες, κουλτούρες μιας εποχής που δεν κατανοώ... Πες μου, νιώθεις και συ έτσι; Τα γεγονότα της εποχής έχουν επιδράσει στον εύθραυστο ψυχικό μου κόσμο. Η τεχνολογία με έχει κάνει να νιώθω ασήμαντη, σαν ένα ψίχουλο κάτω από μια τοστιέρα, λίγο πριν το μαζέψει το βετέξ και το ρίξει μέσα σε ένα κάδο με σκουπίδια. Σκουπίδια που δεν πρόλαβαν να υπάρξουν, δεν πρόλαβαν να ζήσουν, δεν είδαν τα χρώματα της αυγής και το πράσινο της θάλασσας...
Αραγες έχει δει κανένας μας πρασινη θάλασσα;
Ο πόνος έχει βγάλει το αίμα απ'τις φλέβες μου, πλέον ζω με δάκρυα να κυλάνε στις μικρές γαλάζιες μου αρτηρίες.
Κοιτάω πίσω μου συνέχεια, φοβάμαι. Ναι! ΦΟΒΑΜΑΙ! Σε φοβάμαι ανθρωπε! Καταριέμαι την ουσία σου, δεν θέλω πια να είμαι μέρος σου, θέλω να φύγεις, να χαθείς... Τα μαύρα κοράκια θέλουν να σε κατασπαράξουν, η ζωή σε πρόδωσε άνθρωπε... Είναι καιρός να ξυπνήσεις απ'το λήθαργο...
Ω! Που είσαι Άνθρωπε; Σε ποια κόλαση έχεις χαθεί; Ποιός δαίμονας σε έχει αλυσοδέσει με καρφιά σε μια ακινησία, σε μια αδυναμία, πως μπορώ να σε λύσω; Πως μπορώ να σε βοηθήσω να βγεις απ'την μιζερη ετούτη πτώση; Ποσο μας έχει μείνει μέχρι να κτυπήσομε τον πάτο της ύπαρξης μας; Το κοράκια μου χαμογελούν. Τρώνε κάτι που κάποτε ισως ήταν ζωντανό... Έχει το πρόσωπό σου...
Δεν στο κρύβω, με λυπεί η μορφή σου... Τόσες άνω τελείες, τόσα αποσιωπητικά, γιατι; Για το τίποτα. Κανείς δεν θα ακούσει τη σπαρακτική σου κραυγή, κανείς δεν θα σε ακούσει όταν φωνάζεις... Καθρέφτη μου...
Γιατί τελικά, εγώ είμαι το νεκρό κουφάρι που απόμεινε....
Η σελίδα μου είναι κενή, λευκή όπως η αγνή ποίηση που κάποτε στόλιζε τον λόγο μου. Αλλά δεν υπάρχει πια. Ανησυχώ, ένας μανιασμένος προβληματισμός γεμίζει την ψυχή μου, δεν ειμαι παρα μια στιγμή στο χρονο, ένα πετάρισμα βλεφάρου, ένα όνειρο για έναν τυφλο... Διέσχισα τα δύσκολα μονοπάτια της γνώσης και τώρα δεν υπάρχει γυρισμος.
Χάνομαι μέσα σε πληροφορίες, τεχνοτροπίες, κουλτούρες μιας εποχής που δεν κατανοώ... Πες μου, νιώθεις και συ έτσι; Τα γεγονότα της εποχής έχουν επιδράσει στον εύθραυστο ψυχικό μου κόσμο. Η τεχνολογία με έχει κάνει να νιώθω ασήμαντη, σαν ένα ψίχουλο κάτω από μια τοστιέρα, λίγο πριν το μαζέψει το βετέξ και το ρίξει μέσα σε ένα κάδο με σκουπίδια. Σκουπίδια που δεν πρόλαβαν να υπάρξουν, δεν πρόλαβαν να ζήσουν, δεν είδαν τα χρώματα της αυγής και το πράσινο της θάλασσας...
Αραγες έχει δει κανένας μας πρασινη θάλασσα;
Ο πόνος έχει βγάλει το αίμα απ'τις φλέβες μου, πλέον ζω με δάκρυα να κυλάνε στις μικρές γαλάζιες μου αρτηρίες.
Κοιτάω πίσω μου συνέχεια, φοβάμαι. Ναι! ΦΟΒΑΜΑΙ! Σε φοβάμαι ανθρωπε! Καταριέμαι την ουσία σου, δεν θέλω πια να είμαι μέρος σου, θέλω να φύγεις, να χαθείς... Τα μαύρα κοράκια θέλουν να σε κατασπαράξουν, η ζωή σε πρόδωσε άνθρωπε... Είναι καιρός να ξυπνήσεις απ'το λήθαργο...
Ω! Που είσαι Άνθρωπε; Σε ποια κόλαση έχεις χαθεί; Ποιός δαίμονας σε έχει αλυσοδέσει με καρφιά σε μια ακινησία, σε μια αδυναμία, πως μπορώ να σε λύσω; Πως μπορώ να σε βοηθήσω να βγεις απ'την μιζερη ετούτη πτώση; Ποσο μας έχει μείνει μέχρι να κτυπήσομε τον πάτο της ύπαρξης μας; Το κοράκια μου χαμογελούν. Τρώνε κάτι που κάποτε ισως ήταν ζωντανό... Έχει το πρόσωπό σου...
Δεν στο κρύβω, με λυπεί η μορφή σου... Τόσες άνω τελείες, τόσα αποσιωπητικά, γιατι; Για το τίποτα. Κανείς δεν θα ακούσει τη σπαρακτική σου κραυγή, κανείς δεν θα σε ακούσει όταν φωνάζεις... Καθρέφτη μου...
Γιατί τελικά, εγώ είμαι το νεκρό κουφάρι που απόμεινε....
Σάββατο 9 Μαΐου 2009
Το παγερο και αψυχο
Το λυτρωτικό φως ξεπήδησε από το κλειστό παραθυρόφυλλο και τις varies μες τι καταχνιά κουρτίνες καθώς ο άνεμος θροΐζοντας σαν από άλλη εποχή ξεμύτισε στο ζοφερό τούτο δωμάτιο ρημαγμένο από οποιασδήποτε παροιμιώδους ζωής k ύπαρξης. Αυτή η κατάσταση σύντομα όμως θα έπαυε να ισχύει καθώς μια ζοφερή σιλουέτα ξεμυτούσε από το πονεμένο πολυπατημενο δίστιχο μιας ξεχασμένης σελίδας πετσοκομμένης και αναπροσαρμοστείς στο παρορμητικό κύμα ζωής που ξάφνου μπρός στις λέξεις τις έδωσε ζωή στο ξεχασμένο ψυχισμό της.
Αναμπουμπουλιασμενη η σιλουέτα πλησίαζε προσεχτικά k αναποφάσιστα το κλειστό κέλυφος που άρχιζε η το παρομοιάζει στο γουρλωτό μέσα σε απόγνωση βλέμμα τις ωσάν σφηγκοφωλιά σε ένα λιβάδι με άλογα. Μέσα σε αυτή την αναταραχή που τόσο απρόσμενα προκάλεσε τούτη η προέλαση ένας ήχος χάραξε τι πορεία του στα λουσμένα πλέον με φως χαράγματα τις αλαφροΐσκιωτης ψυχής του τούνελ. Σαν λαγος με πετραχήλι η σιλουέτα έσφιξε τα χείλη. Ένωσε το πεπρωμένο με το χαμένο και παροδικό αύριο που σήμερα φάνταζε τόσο ανακριβές.
Σφίγγοντας τα χείλη k αφήνοντας ένα συρμό ακατάπαυστων απροσδιόριστων ήχων ένα δάκρυ κύλησε στο μάτι. Η ώρα πλέον είχς φτάσει! Δη υπήρχε άλλη λύση. Δη υπήρχε άλλος τρόπος. Ήταν η μοναδική πηγή σωτηρίας k χαμού, η μοναδική πηγή καλο και κακού η μοναδική πηγή που μπορείς η ανατρέξεις για να αποκαλύψεις το βαθύτερο εσωτερικό σου κόσμο. Τίποτα δεν μπορεί η σε σώσει από αυτή τι στιγμή. Όπως για όλους έτσι k για αυτή τι πονεμένη k καταφρονημένοι σιλουέτα είχε φτάσει η ώρα k δεν υπήρχε γυρισμός.
Το άσπλαχνο, παγερό, άσπλαχνο προς το πόνο του πλησίον ερχόταν ορμητικά πάνω τις, ξεριζώνοντας με ορμή τι πηγή τις ζωή τούτοις τις "σινεθλιμενις" σιλουέτας. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο k το σφίξιμο στο στόμα εντάθηκε. Η ριζα του κακού απεξαρτητοποιουταν σιγά σιγά μέσα από το είναι του ατόμου που κάποτε ήταν μαζί k τώρα πια σιγά k σταθερα διαιρειται. Παρότι φωνές k οδυρμοί k αντιλαλούσαν σε όλο το μεγαλείο αυτού του χωροχρονικού περιβάλλοντος το παγερό αυτό πράγμα που σαν αυτό κανένα άλλο δεν υπάρχει συνέχιζε τη δουλειά του σταθερά, σε αρμονια με τι βαθιά του κακια.
Αναμπουμπουλιασμενη η σιλουέτα πλησίαζε προσεχτικά k αναποφάσιστα το κλειστό κέλυφος που άρχιζε η το παρομοιάζει στο γουρλωτό μέσα σε απόγνωση βλέμμα τις ωσάν σφηγκοφωλιά σε ένα λιβάδι με άλογα. Μέσα σε αυτή την αναταραχή που τόσο απρόσμενα προκάλεσε τούτη η προέλαση ένας ήχος χάραξε τι πορεία του στα λουσμένα πλέον με φως χαράγματα τις αλαφροΐσκιωτης ψυχής του τούνελ. Σαν λαγος με πετραχήλι η σιλουέτα έσφιξε τα χείλη. Ένωσε το πεπρωμένο με το χαμένο και παροδικό αύριο που σήμερα φάνταζε τόσο ανακριβές.
Σφίγγοντας τα χείλη k αφήνοντας ένα συρμό ακατάπαυστων απροσδιόριστων ήχων ένα δάκρυ κύλησε στο μάτι. Η ώρα πλέον είχς φτάσει! Δη υπήρχε άλλη λύση. Δη υπήρχε άλλος τρόπος. Ήταν η μοναδική πηγή σωτηρίας k χαμού, η μοναδική πηγή καλο και κακού η μοναδική πηγή που μπορείς η ανατρέξεις για να αποκαλύψεις το βαθύτερο εσωτερικό σου κόσμο. Τίποτα δεν μπορεί η σε σώσει από αυτή τι στιγμή. Όπως για όλους έτσι k για αυτή τι πονεμένη k καταφρονημένοι σιλουέτα είχε φτάσει η ώρα k δεν υπήρχε γυρισμός.
Το άσπλαχνο, παγερό, άσπλαχνο προς το πόνο του πλησίον ερχόταν ορμητικά πάνω τις, ξεριζώνοντας με ορμή τι πηγή τις ζωή τούτοις τις "σινεθλιμενις" σιλουέτας. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλο k το σφίξιμο στο στόμα εντάθηκε. Η ριζα του κακού απεξαρτητοποιουταν σιγά σιγά μέσα από το είναι του ατόμου που κάποτε ήταν μαζί k τώρα πια σιγά k σταθερα διαιρειται. Παρότι φωνές k οδυρμοί k αντιλαλούσαν σε όλο το μεγαλείο αυτού του χωροχρονικού περιβάλλοντος το παγερό αυτό πράγμα που σαν αυτό κανένα άλλο δεν υπάρχει συνέχιζε τη δουλειά του σταθερά, σε αρμονια με τι βαθιά του κακια.
Εκεί. Σε εκείνο ακριβώς το σημείο τις κορύφωσης
The Tale of the Turd
Πρωι.
Το βαρος της μερας πεφτει πανω μου σαν κεραυνοβολημενο σπουργιτι...
Αμοιρο σπουργιτι.
Καθομαι.
Το σπουργιτι πεταριζει για τελευταια φορα μεσα στην σαπισμενη μου ψυχη. Αναφλεξη. Ξαφνικά νιωθω τα θλιβερα απομειναρια του χθεσινου δειπνου να ερπονται στα κατακαθια του σκοτεινου βασανισμενου σωληνα, διπλα στο συκωτι μου. Η σκεψη μου ταξιδευει περα απο την θλιβερη υλικη μου υποσταση, εξω απο αυτο το ταλαιπωρημενο και τριχωτο σωμα μου... ω! Παλι ξεχασα να ξυρισω τις μασχαλες μου.
Οι τοιχοι γυρω μου εξαφανιζονται. Οι νοτες του ψαγμενου αντεργκραουντ συγκροτηματος που σκοτωνουν την αβασταχτη σιωπη, με μεταφερουν απαλα μα και βιαια σε μια ξενη χωροχρονικη φαντασιωση, το χτικιο χανει τη δυναμη του πανω μου καθως εγω αιωρουμαι αναμεσα σε χρωματιστα συννεφα μιας αλλης ηλικιας, κατι που θυμιζει την παιδικη μου αθωοτητα και τη μυρωδια κλεμμενου γλυφιτζουριου. Αγγιζω ανεπαισθητα τα μεταφορικα κροσια της βρεφικης μου Εδεμ, μιας ουτοπιας που ξεχαστηκε μεσα σε χρονια πονου, δακρυων και αυτοκαταστροφης.
Πλημμυρισμενος απο αναμνησεις στοργης και ξεγνοιασιας, ενα βαναυσο χερι χαστουκιζει το παρθενο μου μαγουλο. Ολα τελειωνουν. Το παιδι πεθαινει, κατωχρο. Πληρωσα το τιμημα της ευτυχιας.
Νεκρικη σιωπη.
Ενας πυρακτωμενος κροτος με επαναφερει στην πραγματικοτητα. What a foul smell...Κατι κολασμενο ανακινειται στα σωθικα μου σα φουρτουνιασμενη θαλασσα. Σκεφτομαι τη μοναξια της υπαρξης καθως ματαια τρεχω προς το λουτρο. Εκει που αφοδευω ολες τις βρωμιες της πραγματικοτητας... Αλλα ω! ποσο δυσκολο ειναι το ταξιδι προς την εκκενωση... Πονος. Μια τσουχτερη ανατριχιλα με διαπερνα, σαν εσωτερικο αυτομαστιγωμα. Ποσο αδειανος νιωθω μετα... Γιατι η φυση μας επλασε τοσο μονους?
Φερσου επιτελους σαν αντρας.
Το βαρος της μερας πεφτει πανω μου σαν κεραυνοβολημενο σπουργιτι...
Αμοιρο σπουργιτι.
Καθομαι.
Το σπουργιτι πεταριζει για τελευταια φορα μεσα στην σαπισμενη μου ψυχη. Αναφλεξη. Ξαφνικά νιωθω τα θλιβερα απομειναρια του χθεσινου δειπνου να ερπονται στα κατακαθια του σκοτεινου βασανισμενου σωληνα, διπλα στο συκωτι μου. Η σκεψη μου ταξιδευει περα απο την θλιβερη υλικη μου υποσταση, εξω απο αυτο το ταλαιπωρημενο και τριχωτο σωμα μου... ω! Παλι ξεχασα να ξυρισω τις μασχαλες μου.
Οι τοιχοι γυρω μου εξαφανιζονται. Οι νοτες του ψαγμενου αντεργκραουντ συγκροτηματος που σκοτωνουν την αβασταχτη σιωπη, με μεταφερουν απαλα μα και βιαια σε μια ξενη χωροχρονικη φαντασιωση, το χτικιο χανει τη δυναμη του πανω μου καθως εγω αιωρουμαι αναμεσα σε χρωματιστα συννεφα μιας αλλης ηλικιας, κατι που θυμιζει την παιδικη μου αθωοτητα και τη μυρωδια κλεμμενου γλυφιτζουριου. Αγγιζω ανεπαισθητα τα μεταφορικα κροσια της βρεφικης μου Εδεμ, μιας ουτοπιας που ξεχαστηκε μεσα σε χρονια πονου, δακρυων και αυτοκαταστροφης.
Πλημμυρισμενος απο αναμνησεις στοργης και ξεγνοιασιας, ενα βαναυσο χερι χαστουκιζει το παρθενο μου μαγουλο. Ολα τελειωνουν. Το παιδι πεθαινει, κατωχρο. Πληρωσα το τιμημα της ευτυχιας.
Νεκρικη σιωπη.
Ενας πυρακτωμενος κροτος με επαναφερει στην πραγματικοτητα. What a foul smell...Κατι κολασμενο ανακινειται στα σωθικα μου σα φουρτουνιασμενη θαλασσα. Σκεφτομαι τη μοναξια της υπαρξης καθως ματαια τρεχω προς το λουτρο. Εκει που αφοδευω ολες τις βρωμιες της πραγματικοτητας... Αλλα ω! ποσο δυσκολο ειναι το ταξιδι προς την εκκενωση... Πονος. Μια τσουχτερη ανατριχιλα με διαπερνα, σαν εσωτερικο αυτομαστιγωμα. Ποσο αδειανος νιωθω μετα... Γιατι η φυση μας επλασε τοσο μονους?
Φερσου επιτελους σαν αντρας.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)