Τρίτη 10 Νοεμβρίου 2009

Αερίων μονόλογοι

...Και όταν οι καμπάνες ηχήσουν, όταν τα κύμβαλα του μίσους και της αυτοκαταστροφής εκραγούν μέσα στα πονεμένα μου ενδόμυχα εντόσθια, όταν και η τελευταια ατσαλενια σταγόνα πέσει στο μουδιασμένο κωλομέρι της ψυχης μου, τότε κι εγώ θα μπορέσω να απελευθερώσω τη μάταια κραυγή της κρεατικής υπερκατανάλωσης, μέσα απο πνιχτά, λυτρωτικά αέρια.

Γιατί δεν φταινε τα φαλάφελ... Φταίει η γροθιά της πραγματικότητας που θρυμματίζει τα ρόζ βελουδένια όνειρα. Κι εγώ, ωσάν άλλος Μπαράκ Ομπάμα, τηγανίζω το ασήκωτο, άψητο σαγανάκι του πανανθρώπινου υποδυνείδητου.

Μα την αλήθεια, έκλασε κανείς?

Δευτέρα 11 Μαΐου 2009

Αγκαθωτα ροδα

Καποτε, μια τσιγγανα μου ειπε...
"3 ευρω το τριανταφυλλο κοπελιαααα!"

Δεν την ακουσα.

Σκοτεινοι μηνες περασαν μεχρι που ο μιζερος σαπιος δρομος μου διασταυρωθηκε ξανα με τον φωτεινο δικο της.

Η λεπτεπιλεπτη, μελαψη αυτη υπαρξη, κοιτωντας με βαθια στα ματια με το μυστικιστικο, σοφο βλεμμα που διακρινει τον περηφανο λαο της, εκανε κατι που εμελλε να μεινει βαθια χαραγμενο στην ηδη ασηκωτη απ την οδυνη καρδια μου.
Πηγε να μου καβατζωσει 50 ευρω.

Εγω της ειπα: "Νιωσε την αηδια μεσα σου! Απελευθερωσου!"

Εκεινη παρ ολα αυτα
φτυνοντας μεταξενιο σαλιο στο διαβα της
μου πεταξε τα αγκαθωτα πονεμενα ροδα στην αθωα ιδεαλιστικη μαπα μου
και εφυγε
μαζι με τα 50 ευρω.

Δεν θα την ξεχασω ποτε.....

Ισως το μαθημα που ηθελε να μου διδαξει να ηταν αυτο:

Το ασπρο δεν ειναι μαυρο. Και δε θα γινει ποτε. Ισως μονο μεσα απο το κοσμικο καζανακι που ελεγχει τη μοιρα των ανθρωπων και των οποσουμ.

Μια άδεια σελίδα

Ερπετό που ποδοπατήθηκες απο χίλια σύννεφα!
Ο κόσμος ένα ράφι με εσώρουχα μέσα σε ασιμένιες κορνιζες.
Ένα πουλί που ξεπουπουλιάστηκε, η ντροπή.

Εραστές ενός σάπιου καλκιουλάτορ.
Η μουσική της σπουπιδοσακούλας ένα πρωί που δεν ξημέρωσε.
Μια γυμνή αγελάδα που δεν βγάζει γάλα.

Είμαι και εγώ ποιητής τελικά.
Ω! Καϊμένη βλεφαρίδα...

Κυριακή 10 Μαΐου 2009

Καποτε...

Καποτε, γνωρισα τον ερωτα στα θλιμμενα ματια ενος χρυσοψαρου.
Ο ηλιος ελαμπε κοκκινος πανω στα λεια, αισθησιακα του λεπια, και το απαλο αερακι μετεφερε μεσα απο την απειροτητα του συμπαντος στα ορθανοιχτα και παρθενα τοτε αυτια μου υποσχεσεις ασεμνες περι μυστικων σεξουαλικων συναντησεων κατω απ το φεγγαροφως.

Ποσο αθωα μοιαζαν τοτε ολα.... Που να φανταζομουν εγω, ο ανθρωπισκος εκεινης της αγουρης εποχης, οτι ο μικροκοσμος μου, η ουτοπια μου, θα εβρισκε τραγικο τελος μεσα σε μια νυχτα τρελας και εντοσθιων!
Ω! ο σαπιος εκεινος ηχος των ψαροκοκκαλων να αποδομουνται εφιαλτικα αναμεσα στα λερωμενα, ανυποψιαστα δοντια μου!
Το ολοκαινουριο σετ των ασημενιων μαχαιροπηρουνων να τρυπα ασυστολα, με περισση βια και μανια ωσαν θανατικα δοντια σαυρας, την τρυφερη εκεινη σαρκα που καποτε ανηκε στη μια και μοναδικη μου αγαπη!

Το νοημα της ζωης εχει πια χαθει. Σε μια κατασταση που πιοτερο θυμιζει σαπισμενο πτωμα σε προχωρημενη αποδομηση --συνοδευομενη επισης απο την αντιστοιχη μυρωδια-- το αψυχο πλεον σωμα μου κινειται στα λεπτα ορια της πραγματικοτητας και του εφιαλτη.

Ανυπαρξια.

Αυτοκαταστροφη.

Ειναι τελικα η καταρα των ποιητων και των σκεπτομενων να τρυπουν το φλοιο της επιφανειας και να βρισκουν κουραδες.

Ω!

Θέλω απλα να κρατήσω αυτή τη στιγμή χαραγμένη στη μνήμη μου.....


Αυτό.
Εντάξει. Την χάραξα.

Στη Μοσχα αδερφες μου...


Στις σκοτεινες σπηλιες της συνειδησης μου αντηχει σιγανα μα και επιμονα ωσαν δρυοκολαπτης που ερωτοτροπει με μια συναγριδα, ενας κακεντρεχης ψιθυρος. Δεν τον ακουω.

Ενα ερωτηματικο, μια φλεγομενη απορια, μια συνειδητοποιηση της αθλιοτητας του ανθρωπινου γενους, θυμιζοντας εντονα τη συγκεχυμενη μυρωδια μπαγιατικης φετας που σαπιζει εδω και τριανταπεντε χρονια μεσα στα βαθη του ψυγειου της γιαγιας. Αναπαντητα ερωτηματα που ουτε ο Νιτσε, ουτε η Σιλβια Πλαθ, ουτε ο Κροποτκιν, ουτε ακομα και οι μελωδικοι αλτερνατιβ ηχοι των ψαγμενων συγκροτηματων που ακουω καθισμενος στο καταθλιπτικο μου δωματιο, δεν μπορουν να απαντησουν.

Τι ειναι η κοινωνια?
Πως θα παλαιψουμε τον καπιταλισμο?
Πως οριζουμε την ΤΕΧΝΗ?
Γιατι δεν κανει αντιλαλο η φωνη της παπιας?

Τετοια σκεφτομαι αυτες τις ματαιες ωρες μου, κοιταζοντας τα θλιμενα περιστερια να τρωνε κονσερβες απ τα εφιαλτικα σκουπιδια εξω απ το παραθυρο μου. Ω, ζωη! Η ανησυχη μου υπαρξη σηκωνει τα χερια ψηλα.

Μονο στη Μοσχα μπορεσα καποτε να γευτω τη μυρωδια της αναλατης πατατας.

Εσύ...

Δεν ξέρω τι να πω... Οι λέξεις βγαίνουν βεβιασμένα από το κουρασμένο μυαλό μου, η καταχνιά της ψυχής μου έχει σκεπάσει την έμπνευση, το δωμάτιο φαντάζει πλέον άδειο... Η ανεξάρτητη γυναίκα που κάποτε ήμουν, δεν υπάρχει πια: έχει αντικατασταθεί με μιαν νεφελώδης ύπαρξη, ένα φάντασμα, ένα αόριστο συναίσθημα αναισθησίας...

Η σελίδα μου είναι κενή, λευκή όπως η αγνή ποίηση που κάποτε στόλιζε τον λόγο μου. Αλλά δεν υπάρχει πια. Ανησυχώ, ένας μανιασμένος προβληματισμός γεμίζει την ψυχή μου, δεν ειμαι παρα μια στιγμή στο χρονο, ένα πετάρισμα βλεφάρου, ένα όνειρο για έναν τυφλο... Διέσχισα τα δύσκολα μονοπάτια της γνώσης και τώρα δεν υπάρχει γυρισμος.

Χάνομαι μέσα σε πληροφορίες, τεχνοτροπίες, κουλτούρες μιας εποχής που δεν κατανοώ... Πες μου, νιώθεις και συ έτσι; Τα γεγονότα της εποχής έχουν επιδράσει στον εύθραυστο ψυχικό μου κόσμο. Η τεχνολογία με έχει κάνει να νιώθω ασήμαντη, σαν ένα ψίχουλο κάτω από μια τοστιέρα, λίγο πριν το μαζέψει το βετέξ και το ρίξει μέσα σε ένα κάδο με σκουπίδια. Σκουπίδια που δεν πρόλαβαν να υπάρξουν, δεν πρόλαβαν να ζήσουν, δεν είδαν τα χρώματα της αυγής και το πράσινο της θάλασσας...

Αραγες έχει δει κανένας μας πρασινη θάλασσα;

Ο πόνος έχει βγάλει το αίμα απ'τις φλέβες μου, πλέον ζω με δάκρυα να κυλάνε στις μικρές γαλάζιες μου αρτηρίες.

Κοιτάω πίσω μου συνέχεια, φοβάμαι. Ναι! ΦΟΒΑΜΑΙ! Σε φοβάμαι ανθρωπε! Καταριέμαι την ουσία σου, δεν θέλω πια να είμαι μέρος σου, θέλω να φύγεις, να χαθείς... Τα μαύρα κοράκια θέλουν να σε κατασπαράξουν, η ζωή σε πρόδωσε άνθρωπε... Είναι καιρός να ξυπνήσεις απ'το λήθαργο...

Ω! Που είσαι Άνθρωπε; Σε ποια κόλαση έχεις χαθεί; Ποιός δαίμονας σε έχει αλυσοδέσει με καρφιά σε μια ακινησία, σε μια αδυναμία, πως μπορώ να σε λύσω; Πως μπορώ να σε βοηθήσω να βγεις απ'την μιζερη ετούτη πτώση; Ποσο μας έχει μείνει μέχρι να κτυπήσομε τον πάτο της ύπαρξης μας; Το κοράκια μου χαμογελούν. Τρώνε κάτι που κάποτε ισως ήταν ζωντανό... Έχει το πρόσωπό σου...

Δεν στο κρύβω, με λυπεί η μορφή σου... Τόσες άνω τελείες, τόσα αποσιωπητικά, γιατι; Για το τίποτα. Κανείς δεν θα ακούσει τη σπαρακτική σου κραυγή, κανείς δεν θα σε ακούσει όταν φωνάζεις... Καθρέφτη μου...


Γιατί τελικά, εγώ είμαι το νεκρό κουφάρι που απόμεινε....