Καποτε, γνωρισα τον ερωτα στα θλιμμενα ματια ενος χρυσοψαρου.
Ο ηλιος ελαμπε κοκκινος πανω στα λεια, αισθησιακα του λεπια, και το απαλο αερακι μετεφερε μεσα απο την απειροτητα του συμπαντος στα ορθανοιχτα και παρθενα τοτε αυτια μου υποσχεσεις ασεμνες περι μυστικων σεξουαλικων συναντησεων κατω απ το φεγγαροφως.
Ποσο αθωα μοιαζαν τοτε ολα.... Που να φανταζομουν εγω, ο ανθρωπισκος εκεινης της αγουρης εποχης, οτι ο μικροκοσμος μου, η ουτοπια μου, θα εβρισκε τραγικο τελος μεσα σε μια νυχτα τρελας και εντοσθιων!
Ω! ο σαπιος εκεινος ηχος των ψαροκοκκαλων να αποδομουνται εφιαλτικα αναμεσα στα λερωμενα, ανυποψιαστα δοντια μου!
Το ολοκαινουριο σετ των ασημενιων μαχαιροπηρουνων να τρυπα ασυστολα, με περισση βια και μανια ωσαν θανατικα δοντια σαυρας, την τρυφερη εκεινη σαρκα που καποτε ανηκε στη μια και μοναδικη μου αγαπη!
Το νοημα της ζωης εχει πια χαθει. Σε μια κατασταση που πιοτερο θυμιζει σαπισμενο πτωμα σε προχωρημενη αποδομηση --συνοδευομενη επισης απο την αντιστοιχη μυρωδια-- το αψυχο πλεον σωμα μου κινειται στα λεπτα ορια της πραγματικοτητας και του εφιαλτη.
Ανυπαρξια.
Αυτοκαταστροφη.
Ειναι τελικα η καταρα των ποιητων και των σκεπτομενων να τρυπουν το φλοιο της επιφανειας και να βρισκουν κουραδες.